Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Ένα διαχρονικό ποίημα του Γ. Σουρή (1853-1919)

Ποιος είδε το κράτος λιγοστό
 σ΄όλη τη γη μοναδικό,
 εκατό να ξοδεύει
 και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς
 νάχει επτά πρωθυπουργούς
 ταμείο δίχως χρήματα
 και δόξης τόσα μνήματα;

Νάχει κλητήρες για φρουρά
 και να σε κλέβουν φανερά,
 κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
 τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ΄αυτήν τη γη μασκαρευτήκαν
 ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
 οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
 δεν ξέρουμε τι λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
 κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
 Κι από προσπάππου κι από παππού
 συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα- κι αυτό είναι ωραίο-
 να παριστάνει τον Ευρωπαίο.
 Στα δυό φορώντας τα πόδια που΄χει
 στο ΄να λουστρίνι, στ΄άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο
 ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
 Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
 λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
 το "δε βαριέσαι" κι "ωχ αδερφέ".
 Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
 σαν πιάσει πόστο: δερβέναγας.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
 με τα τέκνα που γεννάς
 Ω, Ελλάς, ηρώων χώρα,
 τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Δεν υπάρχουν σχόλια: